κυριαρχώ


κυριαρχώ
[кириархо] р. господствовать, главенствовать

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "κυριαρχώ" в других словарях:

  • κυριαρχώ — κυριαρχώ, κυριάρχησα βλ. πίν. 73 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • κυριαρχώ — (Μ κυριαρχῶ έω) είμαι κυρίαρχος, ασκώ κυριαρχικά δικαιώματα, άρχω, εξουσιάζω νεοελλ. υπερισχύω, επικρατώ, δεσπόζω. [ΕΤΥΜΟΛ. < κύριος + αρχώ (< άρχος < ἄρχω), πρβλ. ιερ αρχώ, πειθ αρχώ) …   Dictionary of Greek

  • κυριαρχώ — κυριάρχησα, κυριαρχήθηκα, κυριαρχημένος, είμαι κυρίαρχος, εξουσιάζω, επικρατώ …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • επικρατώ — (AM ἐπικρατῶ, έω) [κρατώ] 1. επιβάλλομαι, υπερτερώ, νικώ («τῶν δὲ ἐχθρῶν πλέον ἐπικρατήσετε», Λυσ.) 2. (για καταστάσεις, έννοιες, διαθέσεις κ.λπ.) υπερισχύω, κυριαρχώ, υπερέχω («επικράτησε η σύνεση») 3. (για λόγους, θεωρίες, τάσεις κ.λπ.) είμαι… …   Dictionary of Greek

  • ακυριάρχητος — η, ο [κυριαρχώ] 1. αυτός που δεν κυριαρχεί, που δεν υπερισχύει κάπου 2. αυτός επάνω στον οποίο δεν μπορεί κανείς να κυριαρχήσει ή δεν έχει κυριαρχήσει …   Dictionary of Greek

  • ανάσσω — (I) ἀνάσσω (Α) [άναξ] 1. βασιλεύω, κυριαρχώ, κυβερνώ, εξουσιάζω 2. πρωτεύω 3. διευθύνω, χειρίζομαι καλά. (II) ἀνᾴσσω και ἀνᾴττω (Α) [ᾴσσω, ττω] αναΐσσω* …   Dictionary of Greek

  • βασιλεύω — (AM βασιλεύω) Ι. 1. είμαι ή γίνομαι βασιλιάς 2. ασκώ τη βασιλική εξουσία ή (γενικότερα) κυβερνώ, διοικώ 3. ζω βασιλικά, με βασιλική άνεση μσν. νεοελλ. 1. δύω («ο ήλιος βασιλεύει κι η μέρα σώνεται», «βασίλευσεν ὁ ἥλιος κι ἔφθασεν ἡ ἑσπέρα») 2.… …   Dictionary of Greek

  • διαφέρω — (ΑΝ) και διαφέρνω (ΜΝ) 1. έχω διαφορά, είμαι ανόμοιος, διάφορος, ξεχωρίζω («αυτά τα χρώματα διαφέρουν») 2. είμαι διαφορετικός από άλλο («σὺ νῡν διάφερε τῶν κακῶν», Ευρ. Ορ.) 3. υπερέχω, διακρίνομαι, είμαι ανώτερος, πλεονεκτώ («διαφέροντες καὶ… …   Dictionary of Greek

  • δυναστεύω — (AM δυναστεύω) [δυνάστης] μσν. νεοελλ. καταδυναστεύω, κυριαρχώ, δεσπόζω μσν. 1. πιέζω, εξαναγκάζω 2. βιάζω γυναίκα 3. βασανίζω, κακομεταχειρίζομαι 4. παίρνω με τη βία 5. συγκρατώ, εμποδίζω 6. (αμτβ.) προσπαθώ, βάζω τα δυνατά μου 7. (η μτχ. ενεστ …   Dictionary of Greek

  • εκκρατώ — ἐκκρατῶ ( έω) (Μ) κυριαρχώ …   Dictionary of Greek